Μια Ανανεώσιμη Λύση στην Ενεργειακή Ασφάλεια της ΕΕ

Μια από τι βασικότερες επιπτώσεις της κρίσης στις σχέσεις μεταξύ της Ουκρανίας και της Ρωσίας, είναι και ότι η ενεργειακή ασφάλεια έχει ανέβει ψηλά στην πολιτική ατζέντα της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, με δεδομένο ότι η ΕΕ είναι κάτι περισσότερο από 65% εξαρτημένη από το φυσικό αέριο, δεν έχει άλλη επιλογή από το να επανεξετάσει τα συστήματα εφοδιασμού και διανομής της ενέργειας.

Παράλληλα, καθώς μόνο το 25% περίπου του αερίου που καταναλώνουμε στην Ευρώπη πηγαίνει στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ενώ το υπόλοιπο σε εφαρμογές θέρμανσης (41 % για τη θέρμανση των κτιρίων και 31 % για τις βιομηχανικές διεργασίες), γίνεται κατανοητό ότι η κρίση στην ασφάλη πρόσβαση σε φυσικό αέριο της ΕΕ είναι στην πραγματικότητα μια κρίση θέρμανσης.

Ένα σημαντικό μέρος των εισαγωγών ενέργειας της ΕΕ προέρχεται από ασταθείς περιοχές, γεγονός που απειλεί άμεσα τη σταθερότητα και την ασφάλεια εφοδιασμού της. Οι αβεβαιότητες που έχουν δημιουργηθεί από την τρέχουσα κρίση στην Ουκρανία δείχνουν για άλλη μια φορά τα όρια της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ.

Σύμφωνα με τη Eurostat, περίπου το ένα τρίτο του συνολικού αργού πετρελαίου (34,5%) και του φυσικό αέριο (32%) που εισήγαγε το 2012 η ΕΕ προερχόταν από τη Ρωσία. Αυτός ο εφοδιασμός φαίνεται να είναι όλο και λιγότερο σταθερός και ασφαλής, αναγκάζοντας την ΕΕ να σκεφτεί μια νέα στρατηγική για το μέλλον της ενεργειακής ασφάλειας.Το πρόβλημα της ενεργειακής ασφάλειας είναι ακόμα μεγαλύτερο, καθώς ακόμα και η πυρηνική ενέργεια, που η Eurostat την συμπεριλαμβάνει στην «πρωτογενή παραγωγή ενέργειας», δεν μπορεί να συγκαταλέγεται ουσιαστικά στην εγχώρια ενέργεια της ΕΕ.

Στην πραγματικότητα, η ΕΕ είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την εξωτερική τροφοδοσία ουρανίου, ως επί το πλείστον από ορυχεία στον Καναδά, την Αυστραλία και το Καζακστάν. Η εξάρτηση της ΕΕ από τα διάφορα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα δεν συμβάλλει μόνο στην αποδυνάμωση της γεωπολιτικής της θέσης στη διεθνή σκηνή, αλλά και για στη δραματική διαρροής του ΑΕΠ, με την ΕΕ να ξοδεύει περισσότερα από 1 δις € την ημέρα για την εισαγωγή ορυκτών καυσίμων (ή περίπου 4% του ετήσιου ΑΕΠ της).

Αντιθέτως, οι εισαγωγές στερεάς βιομάζας αντιπροσωπεύουν σήμερα μόνο το 3% περίπου της ακαθάριστης εγχώριας κατανάλωσης της ΕΕ της βιομάζας για θέρμανση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Οι εισαγωγές αυτές είναι ήσσονος σημασίας σήμερα και θα παραμείνουν πολύ μικρές σε σύγκριση με τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.

Προέρχονται επίσης από γεωπολιτικά σταθερές χώρες, όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και Καναδάς. Επιπλέον, οι εισαγωγές της βιομάζας στην ΕΕ σήμερα υπόκεινται σε κριτήρια αειφορίας και θα είναι όλο και περισσότερο στο μέλλον μέσω ενός Πανευρωπαϊκού Σχεδίου για Κριτήρια Αειφορίας που ανακοινώθηκαν από η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό εξασφαλίζει και τη βιωσιμότητα της αυξημένης ζήτησης βιομάζας.